Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Οι εκριζώσεις και ο καιρός «περιόρισαν» τα ροδάκινα.


Aισθητά μειωμένη -στους 330.000 μετρικούς τόνους- σε σχέση με την περσινή χρονιά είναι, σύμφωνα με έκθεση του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας (USDA), η ελληνική παραγωγή βιομηχανικών ροδάκινων την τρέχουσα εμπορική περίοδο 2011-2012. Σύμφωνα με τη μελέτη, όπως την παρουσιάζει η εφημερίδα Agrenda, η μικρότερη συγκομιδή της Ελλάδας οφείλεται κατά ένα μεγάλο ποσοστό σε εκριζώσεις ροδακινεώνων στους νομούς Ημαθίας και Πέλλας στο τέλος της περσινής χρονιάς, καθώς οι παραγωγοί επέλεξαν διαφορετικές καλλιέργειες.
Επίσης, οι χαλαζοπτώσεις του Μαΐου και του Ιουνίου είχαν ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας και του μεγέθους των καρπών.
Σε ό,τι αφορά την ελληνική κονσερβοποιία, σύμφωνα με το USDA, αυτή βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο και αναρρώνει από δύσκολες συνθήκες. Κατά την εμπορική περίοδο 2011-2012 η Ελλάδα αναμένεται να «απαλλαγεί» από τα υψηλά αποθέματα εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης, όπως επίσης και του μειωμένου ανταγωνισμού από την Κίνα (εξαιτίας της μεγαλύτερης τοπικής κατανάλωσης).

Στην έκθεση αναφέρεται ότι λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της κρίσης χρέους της Ελλάδας, η κυβέρνηση δεν χορηγεί ενισχύσεις στους παραγωγούς ροδάκινων, οι οποίοι δεν έλαβαν βοήθεια ή οικονομική υποστήριξη ούτε το 2009, ούτε το 2010. Η έλλειψη της βοήθειας επίσης αναμένεται να επιταχύνει τη μετάβαση από τα βιομηχανικά ροδάκινα σε άλλη κηπευτική παραγωγή.

Τι έφερε η φετινή σοδειά
Μια ποσότητα 320.000 τόνων της εμπορικής περιόδου 2011-2012 συγκομίστηκε και πουλήθηκε στους κονσερβοποιούς και σε άλλους μεταποιητές, με το υπόλοιπο να προορίζεται για νωπή κατανάλωση ή να αφήνεται στην ίδια τη γεωργική εκμετάλλευση.
(Ο Πίνακας 2 δείχνει την αναλογία της μεταποίησης ακατέργαστων βιομηχανικών ροδάκινων σε κονσερβοποιημένα ροδάκινα και πουρέ). Η εμπορική περίοδος 2008-2009 ήταν η πρώτη χρονιά, στην οποία η παραγωγή υπερέβη τη ζήτηση λόγω του αυξημένου ανταγωνισμού εξαγωγών από την Κίνα, σε συνδυασμό με τη μειωμένη ζήτηση λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Στην εμπορική περίοδο 2009-2010 οι μεταποιητές προσαρμόστηκαν από τις περιορισμένες αγορές πρώτων υλών και
τις μειωμένες τιμές.
Οι παρατηρητές εκτιμούν ότι η ελληνική βιομηχανία θα σταθεροποιηθεί γύρω από τα τωρινά επίπεδα, τη στιγμή που η παραγωγή βιομηχανικών ροδάκινων θα συνεχίσει να μειώνεται.

Τιμές και κόστος
Οι τιμές παραγωγού αυξήθηκαν την εμπορική χρονιά 2011-2012 στα 0,25 ευρώ το κιλό για την πρώτη ποιότητα ροδάκινων για κομπόστα (choice). Οι τιμές για βιομηχανικά ροδάκινα για άλλες χρήσεις είναι γενικά χαμηλές και κυμαίνονται στα 0,15 ευρώ το κιλό.
Η έκθεση αναφέρει ότι το κόστος της παραγωγής για μία μεσαίου μεγέθους (7 εκτάρια) αγροτική εκμετάλλευση βιομηχανικού ροδάκινου είναι 0,17 ευρώ/κιλό και περίπου 0,15 ευρώ/κιλό για μεγαλύτερους παραγωγούς (25 εκτάρια).

Η πολιτική
Η μακρά ιστορία της διένεξης μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ για το καθεστώς επιδότησης των κονσερβοποιημένων φρούτων περιλαμβάνει πλήθος από κυβερνητικές παρεμβάσεις του υψηλοτέρου  επιπέδου πολιτικής των ΗΠΑ, ακόμη και συμπεριλαμβανομένης μιας διμερούς συμφωνίας βάσει της οποίας η Ε.Ε. συμφώνησε να διακόψει την επιδότηση των μεταποιητών κονσερβοποιημένων ροδάκινων. Οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός κονσερβοποιημένων ροδάκινων στον κόσμο ακολουθούμενη από την Ελλάδα. Η ένταξη στην ΕΕ ενίσχυσε σε μεγάλο βαθμό την ελληνική παραγωγή του φρούτου. Όταν η Ελλάδα έγινε μέλος της ΕΕ, οι Έλληνες παραγωγοί έλαβαν επιδοτήσεις παραγωγής, πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά και προστασία από τον ξένο ανταγωνισμό.
Ο σκοπός των μεταρρυθμίσεων της ΚΟΑ που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2008, ήταν να ευθυγραμμίσει τον τομέα φρούτων και λαχανικών μαζί με τους υπόλοιπους αγροτικούς τομείς που είχαν ήδη μεταρρυθμιστεί υπό την Κοινή Αγροτική Πολιτική (Κανονισμός 1182/2007). Με αυτή τη μεταρρύθμιση οι παλαιού τύπου οι πληρωμές που συνδέονται με την παραγωγή αντικαθίστανται από τις αποσυνδεδεμένες πληρωμές.
Η μετάβαση από τη στήριξη της παραγωγής στην άμεση βοήθεια στους παραγωγούς σχεδιάστηκε για να βελτιώσει τον ανταγωνισμό, τον προσανατολισμό στην αγορά και τη βιωσιμότητα του τομέα. Ο κανονισμός της Επιτροπής 1580/2007 θέσπισε τους κανόνες για την εφαρμογή της μεταρρύθμισης.
Οι τομείς φρούτων και λαχανικών ενσωματώθηκαν στο Καθεστώς Ενιαίας Ενίσχυσης και η γη που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή τούς (συμπεριλαμβανομένων των οπωρώνων και των πατατών για ανθρώπινη κατανάλωση) θα είναι επιλέξιμες για πληρωμές στο πλαίσιο του καθεστώτος των αποσυνδεδεμένων ενισχύσεων που ήδη εφαρμόζεται σε άλλους γεωργικούς τομείς. Όλη η υπάρχουσα υποστήριξη για μεταποιημένα φρούτα και λαχανικά (ντομάτες, κίτρα, ροδάκινα, αχλάδια, δαμάσκηνα, σύκα και σταφίδες) έχει αποσυνδεθεί (ως προς την παραγωγή) και τα δημοσιονομικά ανώτατα όρια των κρατών μελών αυξήθηκαν αντίστοιχα υπό το Καθεστώς Ενιαίας Ενίσχυσης.

Επιχορηγήσεις
Μετά τις μεταρρυθμίσεις ΚΟΑ για φρούτα και λαχανικά του 2008, η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα ακολουθούσε ένα καθεστώς πλήρως αποσυνδεδεμένων πληρωμών και θα διέθετε 11,8 εκατ. ευρώ χορηγούμενων επιδοτήσεων στους παραγωγούς ροδάκινων (βάση περιόδου) από το 2008 μέχρι το 2013. Ωστόσο, λόγω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και της ελληνική κρίσης χρέους, πηγές αναφέρουν τώρα ότι τα 11,8 εκατ. ευρώ δε θα διατεθούν ποτέ στους παραγωγούς ροδάκινων.

Μείωση 9% της σοδειάς ροδάκινων
Η συνολική παραγωγή ροδάκινων μειώθηκε κατά 9% για τη φετινή περίοδο σε σύγκριση με την περσινή, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ένωσης Κονσερβοποιών Ελλάδος (ΕΚΕ), που έρχεται να επιβεβαιώσει τα στοιχεία του USDA.
Συγκεκριμένα, φέτος η παραγωγή ανήλθε στους 365.000 τόνους περίπου έναντι 400.000 τόνων πέρυσι. Από το σύνολο των 365.000 τόνων, οι 320.000 τόνοι τιμολογήθηκαν ως α’ ποιότητας (κομπόστα, κατάψυξη, νωπή διάθεση) σε τιμή τουλάχιστον 0,25 ευρώ το κιλό και οι υπόλοιποι 45.000 τόνοι ως β’ ποιότητας (χυμός) σε τιμή 0,15 ευρώ το κιλό.
Αντίστοιχα την περσινή περίοδο 290.000 τόνοι α’ ποιότητας τιμολογήθηκαν σε τιμή 0,20 ευρώ το κιλό και 110.000 τόνοι β’ ποιότητας τιμολογήθηκαν σε τιμή 0,12 ευρώ το κιλό.  Έτσι φέτος η μέση τιμή για τη συνολική παραγωγή α’ και β’ ποιότητας ανήλθε στα 0,236 ευρώ το κιλό, σημειώνοντας εντυπωσιακή αύξηση επιπέδου 33% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή μέση τιμή στα 0,178 ευρώ το κιλό.
Η αύξηση αυτή προήλθε από την ουσιαστική αύξηση της τιμής της κομπόστας που εξάγεται, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από τις ευνοϊκές διεθνείς συγκυρίες αλλά και από την ελεγχόμενη παραγωγή των τελευταίων 3 ετών που οδήγησε σε σημαντική μείωση των αποθεμάτων. Τονίζεται πως η αύξηση αυτή σημειώθηκε παρά την εντυπωσιακή αύξηση του κόστους της ζάχαρης και των κουτιών.

Πηγή:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου